αἰνοδρυφής

αἰνο-δρυφής, ές,
A sadly torn, in sign of mourning, Antim.[107].

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αινοδρυφής — αἰνοδρυφὴς ( οῡς), ὲς (Α) αυτός που πληγώνει φοβερά το σώμα του σε εκδηλώσεις πένθους (κυρίως το πρόσωπο και το στήθος). [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰνὸς + δρυφὴς < δρύπτω «σπαράσσω, σχίζω»] …   Dictionary of Greek

  • αἰνοδρυφής — sadly torn masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.